Γενικοί Όροι Συναλλαγών
L&B Immobiliya EuRuS GmbH · Έκδοση της 24 Σεπτεμβρίου 2026
Η παρούσα μετάφραση παρέχεται μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς. Νομικά δεσμευτική είναι μόνο η γερμανική έκδοση.
Μέρος Α Γενικές Διατάξεις
§ 1 Πάροχος και πεδίο εφαρμογής
(1) Οι παρόντες Γενικοί Όροι Συναλλαγών ισχύουν για συμβάσεις παροχής μεσιτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών διαχείρισης ακινήτων της L&B Immobiliya EuRuS GmbH, Frankfurter Allee 18, 10247 Berlin (εφεξής «Εταιρεία»).
(2) Το είδος και η έκταση της οφειλόμενης παροχής προκύπτουν κατά πρώτο λόγο από την εκάστοτε ατομική σύμβαση, την εντολή μεσιτείας, τη σύμβαση διαχείρισης, τυχόν πληρεξούσιο και, στην περίπτωση διαχείρισης οριζόντιας ιδιοκτησίας, επιπλέον από τον Νόμο περί Οριζόντιας Ιδιοκτησίας (Wohnungseigentumsgesetz), τον κανονισμό της κοινότητας (Gemeinschaftsordnung) και τις έγκυρες αποφάσεις της Κοινότητας των Ιδιοκτητών Οριζόντιας Ιδιοκτησίας (Gemeinschaft der Wohnungseigentümer). Οι ατομικές συμφωνίες υπερισχύουν των παρόντων ΓΟΣ.
(3) Αποκλίνοντες όροι συναλλαγών του εντολέα ισχύουν μόνο εφόσον η Εταιρεία έχει συναινέσει ρητώς στην ισχύ τους σε μορφή κειμένου (Textform). Έναντι καταναλωτών η παρούσα ρύθμιση ισχύει μόνο εφόσον μπορεί να συμφωνηθεί εγκύρως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
(4) Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο που καταρτίζει δικαιοπραξία για σκοπούς οι οποίοι κατά κύριο λόγο δεν μπορούν να αποδοθούν ούτε στην εμπορική ούτε στην ανεξάρτητη επαγγελματική του δραστηριότητα. Επιχειρηματίας είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή προσωπική εταιρεία με ικανότητα δικαίου, το οποίο κατά τη σύναψη της σύμβασης ενεργεί στο πλαίσιο της άσκησης της εμπορικής ή ανεξάρτητης επαγγελματικής του δραστηριότητας.
§ 2 Στοιχεία της επιχείρησης και άδεια
(1) Η Εταιρεία δραστηριοποιείται ως μεσίτρια ακινήτων και διαχειρίστρια ακινήτων. Εφόσον απαιτείται άδεια κατά την § 34c Gewerbeordnung, οι υπηρεσίες παρέχονται μόνο εντός των ορίων της υφιστάμενης άδειας.
(2) Δικαστήριο μητρώου και αριθμός μητρώου: Ειρηνοδικείο (Amtsgericht) Charlottenburg, HRB 142688 B
(3) Διαχειρίστριες με εξουσία εκπροσώπησης: Kate Lehmann και Lyubov Baumgärtner, αμφότερες στο Βερολίνο.
(4) Άδεια κατά την § 34c Abs. 1 Gewerbeordnung, η οποία χορηγήθηκε στις 23 Μαρτίου 2009 από την αρμόδια εποπτική αρχή: Δημοτική Διοίκηση Διαμερίσματος (Bezirksamt) Charlottenburg-Wilmersdorf του Βερολίνου.
§ 3 Επικοινωνία και δηλώσεις
(1) Τα μέρη μπορούν, στο πλαίσιο της εκτέλεσης της σύμβασης, να επικοινωνούν μέσω επιστολής, τηλεφώνου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Δηλώσεις με έννομη σημασία μπορούν να γίνονται σε μορφή κειμένου, εφόσον ο νόμος ή ατομική συμφωνία δεν απαιτεί αυστηρότερο τύπο.
(2) Ο εντολέας γνωστοποιεί αμελλητί τις μεταβολές της διεύθυνσής του, της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των τραπεζικών του στοιχείων καθώς και των σχέσεων εκπροσώπησης ή κυριότητας. Ο εντολέας φέρει τις δυσμενείς συνέπειες καθυστερημένης γνωστοποίησης μόνο εφόσον ευθύνεται για την καθυστέρηση.
(3) Η επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενδέχεται να ενέχει κινδύνους ασφάλειας οφειλόμενους σε τεχνικούς λόγους. Τα εμπιστευτικά ή ιδιαιτέρως χρήζοντα προστασίας έγγραφα ανταλλάσσονται σύμφωνα με τις εκάστοτε συμφωνηθείσες και επιτρεπτές κατά το δίκαιο προστασίας δεδομένων οδούς διαβίβασης.
Μέρος Β Μεσιτικές υπηρεσίες
§ 4 Αντικείμενο της μεσιτικής δραστηριότητας
(1) Η Εταιρεία παρέχει, ανάλογα με τη συμφωνία, υπηρεσίες υπόδειξης ή διαμεσολάβησης για συμβάσεις αγοραπωλησίας, μίσθωσης, επίμορτης μίσθωσης ή λοιπές συμβάσεις που αφορούν ακίνητα. Συγκεκριμένο οικονομικό ή νομικό αποτέλεσμα οφείλεται μόνο εφόσον έχει συμφωνηθεί ρητώς.
(2) Αξίωση μεσιτικής αμοιβής γεννάται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου και τη συγκεκριμένη συμφωνία μεσιτικής αμοιβής, ιδίως όταν η κύρια σύμβαση καταρτίζεται εγκύρως ως αποτέλεσμα της υπόδειξης ή της διαμεσολάβησης της Εταιρείας.
(3) Οι προσφορές της Εταιρείας είναι χωρίς δέσμευση, εκτός εάν χαρακτηρίζονται ρητώς ως δεσμευτικές. Επιφυλάσσεται η ενδιάμεση πώληση, ενδιάμεση μίσθωση ή ενδιάμεση επίμορτη μίσθωση.
§ 5 Σύναψη σύμβασης και νόμιμες απαιτήσεις τύπου
(1) Οι συμβάσεις μεσιτείας μπορούν, με την επιφύλαξη αναγκαστικών νόμιμων απαιτήσεων τύπου, να καταρτίζονται με ατομική συμφωνία, επιβεβαίωση σε μορφή κειμένου ή με συμπερασματική συμπεριφορά. Η απλή αποστολή μη ζητηθέντος ενημερωτικού φυλλαδίου ακινήτου (Exposé) δεν θεμελιώνει αφ' εαυτής υποχρέωση πληρωμής.
(2) Σύμβαση μεσιτείας για την υπόδειξη ή τη διαμεσολάβηση σύμβασης αγοραπωλησίας διαμερίσματος ή μονοκατοικίας απαιτεί μορφή κειμένου. Ομοίως, σύμβαση διαμεσολάβησης για μίσθωση κατοικίας απαιτεί μορφή κειμένου. Για τον λόγο αυτό η Εταιρεία καταγράφει κατά κανόνα τη συμφωνία μεσιτικής αμοιβής σε χωριστή σύμβαση μεσιτείας, ενημερωτικό φυλλάδιο ακινήτου ή επιβεβαίωση μεσιτικής αμοιβής.
(3) Το συγκεκριμένο ύψος και ο οφειλέτης της μεσιτικής αμοιβής προκύπτουν αποκλειστικά από την ατομική συμφωνία μεσιτικής αμοιβής και τις αναγκαστικές διατάξεις του νόμου. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε ενημερωτικά φυλλάδια ακινήτων και αγγελίες υπερισχύουν των παρόντων ΓΟΣ ως ειδικότερη ρύθμιση.
§ 6 Μεσιτική αμοιβή σε συμβάσεις αγοραπωλησίας
(1) Στις συμβάσεις αγοραπωλησίας η αξίωση μεσιτικής αμοιβής γεννάται με την έγκυρη κατάρτιση της κύριας σύμβασης ενώπιον συμβολαιογράφου (Notar), εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της αξίωσης. Η μεσιτική αμοιβή καθίσταται ληξιπρόθεσμη μετά την περιέλευση ελέγξιμου τιμολογίου, εκτός εάν η συμφωνία μεσιτικής αμοιβής ή αναγκαστικό δίκαιο ορίζει μεταγενέστερο χρονικό σημείο.
(2) Σε περίπτωση διαμεσολάβησης ή υπόδειξης σύμβασης αγοραπωλησίας διαμερίσματος ή μονοκατοικίας προς καταναλωτή ισχύουν οι §§ 656a έως 656d BGB. Εάν η Εταιρεία ενεργεί έναντι αμοιβής για λογαριασμό αμφοτέρων των μερών, ο αγοραστής και ο πωλητής μπορούν να υποχρεωθούν σε καταβολή μεσιτικής αμοιβής μόνο κατά ίσο ποσό. Εάν μόνο ένα μέρος έχει συνάψει τη σύμβαση μεσιτείας και το άλλο μέρος πρόκειται να αναλάβει μεσιτικά έξοδα, το αρχικώς αναθέτον μέρος παραμένει υπόχρεο τουλάχιστον κατά ίσο ποσό· η αξίωση κατά του άλλου μέρους καθίσταται ληξιπρόθεσμη μόνο σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τον νόμο απόδειξη πληρωμής.
(3) Για άλλα είδη ακινήτων ή για αγορές από επιχειρηματίες ισχύουν οι διατάξεις του νόμου και η ατομικώς συναφθείσα συμφωνία μεσιτικής αμοιβής.
(4) Τα παρεπόμενα έξοδα απόκτησης, ιδίως ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων (Grunderwerbsteuer), τα συμβολαιογραφικά έξοδα και τα έξοδα του βιβλίου ακινήτων (Grundbuch) καθώς και τα έξοδα χρηματοδότησης, δεν αποτελούν μέρος της μεσιτικής αμοιβής και βαρύνουν το εκάστοτε κατά νόμο ή κατά σύμβαση υπόχρεο μέρος.
§ 7 Μεσιτική αμοιβή σε συμβάσεις μίσθωσης και επίμορτης μίσθωσης
(1) Κατά τη διαμεσολάβηση συμβάσεων μίσθωσης κατοικίας ισχύουν ο Νόμος για τη ρύθμιση της μεσιτείας κατοικιών (Gesetz zur Regelung der Wohnungsvermittlung) και ιδίως η αρχή ότι την αμοιβή καταβάλλει αυτός που αναθέτει την εντολή (Bestellerprinzip). Από αναζητούντα κατοικία απαιτείται μεσιτική αμοιβή μόνο εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις γι' αυτό. Προκαταβολές δεν ζητούνται ούτε γίνονται δεκτές.
(2) Σε συμβάσεις μίσθωσης επαγγελματικών χώρων, επίμορτης μίσθωσης και λοιπές συμβάσεις μίσθωσης, το ύψος της μεσιτικής αμοιβής, ο οφειλέτης της και ο χρόνος καταβολής της καθορίζονται από την ατομική συμφωνία και τις διατάξεις του νόμου.
(3) Εάν η ίδια η Εταιρεία είναι κυρία, εκμισθώτρια, μισθώτρια ή διαχειρίστρια των προσφερόμενων κατοικιών ή υφίστανται σχέσεις συμμετοχής που εξομοιώνονται από τον νόμο, δεν απαιτείται από τον αναζητούντα κατοικία ανεπίτρεπτη μεσιτική αμοιβή.
§ 8 Προγενέστερη γνώση και σύμπραξη του ενδιαφερομένου
(1) Εάν ο ενδιαφερόμενος γνωρίζει ήδη την ευκαιρία σύναψης σύμβασης που υπέδειξε η Εταιρεία, οφείλει να το γνωστοποιήσει στην Εταιρεία αμελλητί σε μορφή κειμένου και να εκθέσει κατόπιν αιτήματος με κατανοητό τρόπο την προγενέστερη γνώση. Οι νόμιμοι κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης δεν μεταβάλλονται από την παρούσα ρύθμιση.
(2) Ο εντολέας ενημερώνει την Εταιρεία πλήρως και σύμφωνα με την αλήθεια για περιστάσεις που είναι ουσιώδεις για τη μεσιτική δραστηριότητα και τη σύναψη της κύριας σύμβασης. Σε αυτές περιλαμβάνονται ιδίως υφιστάμενες εντολές μεσιτείας, απευθείας διαπραγματεύσεις, περιορισμοί διάθεσης και γνωστά νομικά ή πραγματικά κωλύματα.
(3) Ο εντολέας ενημερώνει την Εταιρεία αμελλητί για τη σύναψη της κύριας σύμβασης και θέτει στη διάθεσή της, κατόπιν εύλογου αιτήματος, τις πληροφορίες ή τα έγγραφα που απαιτούνται για τον έλεγχο της αξίωσης μεσιτικής αμοιβής. Ευρύτερα νόμιμα δικαιώματα παραμένουν ανεπηρέαστα.
§ 9 Εμπιστευτικότητα και διαβίβαση πληροφοριών για το ακίνητο
(1) Τα ενημερωτικά φυλλάδια ακινήτων, τα έγγραφα του ακινήτου και οι λοιπές μη δημοσίως προσβάσιμες πληροφορίες προορίζονται αποκλειστικά για τον εκάστοτε αποδέκτη. Η διαβίβασή τους σε τρίτους επιτρέπεται μόνο με τη συναίνεση της Εταιρείας ή εφόσον είναι αναγκαία για τον έλεγχο, τη χρηματοδότηση, την παροχή συμβουλών ή την εκτέλεση της σκοπούμενης συναλλαγής.
(2) Εάν κύρια σύμβαση συναφθεί από τρίτο στον οποίο ο αποδέκτης έχει διαβιβάσει πληροφορίες, τυχόν αξίωση μεσιτικής αμοιβής ή αποζημίωσης διέπεται από τις διατάξεις του νόμου και τη συγκεκριμένη συμφωνία μεσιτικής αμοιβής. Οι παρόντες ΓΟΣ δεν θεμελιώνουν ποινική ρήτρα ανεξάρτητη από υπαιτιότητα.
§ 10 Διπλή δραστηριότητα και συγκρούσεις συμφερόντων
(1) Η Εταιρεία μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό αμφοτέρων των μερών της σκοπούμενης κύριας σύμβασης, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τον νόμο, διασφαλίζονται τα συμφέροντα αμφοτέρων και δεν υφίσταται αντίθετη ατομική συμφωνία.
(2) Σε συμβάσεις αγοραπωλησίας διαμερισμάτων ή μονοκατοικιών με καταναλωτές οι αναγκαστικές ρυθμίσεις των §§ 656c και 656d BGB παραμένουν ανεπηρέαστες. Εμπιστευτικές πληροφορίες ενός μέρους αποκαλύπτονται στο άλλο μέρος μόνο με άδεια ή βάσει νόμιμης υποχρέωσης.
§ 11 Στοιχεία του ακινήτου και έλεγχος από τον πελάτη
(1) Τα στοιχεία του ακινήτου βασίζονται κατά κανόνα σε πληροφορίες και έγγραφα του κυρίου, του εκμισθωτή, του διαχειριστή ή λοιπών τρίτων. Η Εταιρεία ελέγχει τα στοιχεία αυτά στο πλαίσιο των συμβατικών της υποχρεώσεων, δεν αναλαμβάνει όμως εγγύηση για την ορθότητα ή την πληρότητά τους, εφόσον απλώς διαβιβάζει στοιχεία ως πληροφορίες τρίτων και δεν δηλώνει αντίθετη συμφωνία ιδιοτήτων ή εγγύηση.
(2) Αναγνωρίσιμες αντιφάσεις ή συγκεκριμένες αμφιβολίες γνωστοποιούνται στον πελάτη. Η Εταιρεία δεν επιτρέπεται να αποσιωπά ίδιες γνώσεις για ουσιώδεις περιστάσεις.
(3) Ο πελάτης εξακολουθεί να οφείλει να ελέγξει ο ίδιος ή να αναθέσει τον έλεγχο σε κατάλληλους ειδικούς των νομικών, φορολογικών, τεχνικών και οικονομικών περιστάσεων που είναι ουσιώδεις για την απόφασή του. Η Εταιρεία δεν παρέχει νομικές, φορολογικές, χρηματοδοτικές, κατασκευαστικές συμβουλές ή συμβουλές πραγματογνώμονα, εκτός εάν αυτό έχει συμφωνηθεί ρητώς και χωριστά κατά τρόπο νομικά επιτρεπτό.
(4) Τα στοιχεία σχετικά με εμβαδά, διαστάσεις, έσοδα, δαπάνες και αποδόσεις είναι δεσμευτικά μόνο εφόσον χαρακτηρίζονται ρητώς ως εγγυημένα ή ως συμφωνηθείσα ιδιότητα.
§ 12 Δικαίωμα υπαναχώρησης σε καταναλωτικές συμβάσεις
(1) Στους καταναλωτές μπορεί να παρέχεται νόμιμο δικαίωμα υπαναχώρησης σε συμβάσεις που συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος και σε συμβάσεις από απόσταση. Η Εταιρεία παρέχει σχετικά χωριστή ενημέρωση για το δικαίωμα υπαναχώρησης και θέτει στη διάθεση του καταναλωτή το νόμιμο υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης.
(2) Εάν η Εταιρεία πρόκειται να αναλάβει δράση πριν από τη λήξη της προθεσμίας υπαναχώρησης, αυτό γίνεται μόνο κατόπιν ρητού αιτήματος του καταναλωτή. Ο καταναλωτής ενημερώνεται χωριστά για ενδεχόμενη υποχρέωση αποζημίωσης για την αξία και για τις νόμιμες προϋποθέσεις απόσβεσης του δικαιώματος υπαναχώρησης.
(3) Η απλή ενσωμάτωση της παρούσας ρύθμισης στους ΓΟΣ δεν υποκαθιστά την κατά νόμο απαιτούμενη ατομική ενημέρωση για το δικαίωμα υπαναχώρησης και την καταγραφή του ρητού αιτήματος έναρξης δραστηριότητας.
Μέρος Γ Διαχείριση ακινήτων
§ 13 Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί διαχείρισης
(1) Οι ακόλουθες διατάξεις ισχύουν για τη διαχείριση κατά τον WEG, τη διαχείριση μισθώσεων και τη διαχείριση αυτοτελούς ιδιοκτησίας (Sondereigentumsverwaltung) μόνο εφόσον η εκάστοτε υπηρεσία έχει ανατεθεί με την ατομική σύμβαση.
(2) Στη διαχείριση κατά τον WEG τα καθήκοντα και οι εξουσίες διέπονται ιδίως από τον Νόμο περί Οριζόντιας Ιδιοκτησίας, τον κανονισμό της κοινότητας, τις έγκυρες αποφάσεις, την απόφαση διορισμού και τη σύμβαση διαχείρισης. Στη διαχείριση μισθώσεων και αυτοτελούς ιδιοκτησίας διέπονται από τη σύμβαση διαχείρισης και από χωριστό πληρεξούσιο.
(3) Οι παρόντες ΓΟΣ δεν θεμελιώνουν πληρεξουσιότητα ούτε διευρύνουν νόμιμη ή συμβατική εξουσία εκπροσώπησης.
§ 14 Υπηρεσίες και όρια της εντολής διαχείρισης
(1) Η Εταιρεία παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που προσδιορίζονται στη σύμβαση διαχείρισης με την επιμέλεια συνετού διαχειριστή ακινήτων. Δραστηριότητες που δεν χαρακτηρίζονται ρητώς ως βασικές υπηρεσίες οφείλονται μόνο εφόσον είναι αναγκαστικά απαιτούμενες από τον νόμο ή έχουν ανατεθεί χωριστά.
(2) Στη διαχείριση κατά τον WEG η Εταιρεία λαμβάνει τα μέτρα προσήκουσας διαχείρισης στα οποία δικαιούται και υποχρεούται κατά την § 27 WEG. Μέτρα σημαντικής σημασίας ή με σημαντικές υποχρεώσεις απαιτούν απόφαση, εκτός εάν υφίσταται επικείμενος κίνδυνος ή έγκυρη εξουσιοδότηση.
(3) Στη διαχείριση μισθώσεων και αυτοτελούς ιδιοκτησίας η Εταιρεία δικαιούται να συνάπτει συμβάσεις, να προβαίνει σε δηλώσεις, να καταβάλλει ή να εισπράττει πληρωμές και να ασκεί αξιώσεις μόνο εντός των ορίων της σύμβασης διαχείρισης και του πληρεξουσίου.
(4) Νομικές και φορολογικές συμβουλές καθώς και τεχνικός εξειδικευμένος σχεδιασμός δεν οφείλονται. Εφόσον απαιτείται, η Εταιρεία μπορεί, σύμφωνα με το πληρεξούσιό της, να αναθέτει σε κατάλληλους δικηγόρους, φοροτεχνικούς, αρχιτέκτονες, μηχανικούς, πραγματογνώμονες, τεχνίτες ή λοιπές εξειδικευμένες επιχειρήσεις στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα.
§ 15 Υποχρεώσεις σύμπραξης του εντολέα
(1) Ο εντολέας θέτει εγκαίρως και πλήρως στη διάθεση της Εταιρείας όλα τα έγγραφα, κλειδιά, στοιχεία πρόσβασης, συμβάσεις, αποφάσεις, πληρεξούσια και πληροφορίες που απαιτούνται για τη διαχείριση.
(2) Ο εντολέας ενημερώνει αμελλητί για αλλαγές κυριότητας, βάρη, διοικητικές διαδικασίες, δικαστικές διαφορές, ασφαλιστικά συμβάντα, ελαττώματα, καταστάσεις κινδύνου, φορολογικά σημαντικές μεταβολές και λοιπές ουσιώδεις περιστάσεις.
(3) Εφόσον απαιτούνται αποφάσεις ή κεφάλαια του εντολέα, ο εντολέας τα παρέχει εγκαίρως. Η Εταιρεία δεν ευθύνεται για καθυστερήσεις ή δυσμενείς συνέπειες που προκύπτουν από έλλειψη σύμπραξης για την οποία ευθύνεται ο εντολέας.
§ 16 Συναλλαγές πληρωμών και αλλότρια κεφάλαια
(1) Τα χρήματα του εντολέα ή της διαχειριζόμενης κοινότητας τηρούνται χωριστά από την ίδια περιουσία της Εταιρείας στην έκταση που απαιτείται από τον νόμο και τη σύμβαση. Η Εταιρεία τηρεί τις σχετικές υποχρεώσεις του Κανονισμού για τους Μεσίτες και τους Κατασκευαστές Ακινήτων (Makler- und Bauträgerverordnung).
(2) Οι πληρωμές πραγματοποιούνται μόνο στο πλαίσιο της εντολής διαχείρισης, των διαθέσιμων κεφαλαίων και της υφιστάμενης εξουσίας εκπροσώπησης. Δεν υφίσταται υποχρέωση της Εταιρείας για προχρηματοδότηση ή χορήγηση πίστωσης.
(3) Ο εντολέας μεριμνά για επαρκή ρευστότητα των λογαριασμών διαχείρισης. Η Εταιρεία γνωστοποιεί επαπειλούμενα ελλείμματα κάλυψης, εφόσον είναι αναγνωρίσιμα.
§ 17 Ανάθεση σε τρίτους και μέτρα συντήρησης
(1) Η Εταιρεία επιλέγει με επιμέλεια τις εξειδικευμένες επιχειρήσεις στις οποίες πρόκειται να γίνει ανάθεση, εφόσον η επιλογή δεν καθορίζεται από τον εντολέα ή με απόφαση. Κατ' αρχήν δεν οφείλει το αποτέλεσμα των έργων ή υπηρεσιών που παρέχονται από τρίτους.
(2) Οι προσφορές συλλέγονται στην έκταση που έχει συμφωνηθεί συμβατικώς. Συγκεκριμένος ελάχιστος αριθμός συγκριτικών προσφορών οφείλεται μόνο εφόσον αυτό έχει συμφωνηθεί, αποφασιστεί ή απαιτείται κατά τις περιστάσεις προσήκουσας διαχείρισης.
(3) Σε επείγοντα μέτρα για την αποτροπή άμεσα επαπειλούμενων ζημιών η Εταιρεία μπορεί, στο πλαίσιο των νόμιμων ή συμβατικών της εξουσιών, να προβαίνει στα αναγκαία άμεσα μέτρα. Ο εντολέας ή τα αρμόδια όργανα ενημερώνονται σχετικά το συντομότερο δυνατόν.
§ 18 Αμοιβή, δαπάνες και ειδικές υπηρεσίες
(1) Η αμοιβή για βασικές υπηρεσίες και ειδικές υπηρεσίες προκύπτει από την εκάστοτε σύμβαση διαχείρισης ή από χωριστή συμφωνία αμοιβής. Όλες οι αμοιβές νοούνται πλέον του νόμιμου φόρου προστιθέμενης αξίας (Umsatzsteuer), εφόσον αυτός οφείλεται και δεν αναγράφεται ήδη ως μικτή τιμή.
(2) Δαπάνες και έξοδα τρίτων αποδίδονται μόνο εφόσον αυτό έχει συμφωνηθεί συμβατικώς ή οφείλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου. Η Εταιρεία τα παρουσιάζει κατόπιν αιτήματος με κατανοητό τρόπο.
(3) Πρόσθετες υπηρεσίες αμείβονται μόνο εφόσον υφίσταται έγκυρη συμφωνία γι' αυτές. Μονομερείς μεταβολές της αμοιβής από την Εταιρεία αποκλείονται.
§ 19 Εκκαθάριση λογαριασμών, πρόσβαση στα έγγραφα και παράδοση
(1) Η Εταιρεία συντάσσει τις συμφωνηθείσες εκκαθαρίσεις και αναφορές εντός των νόμιμων ή συμβατικών προθεσμιών, μόλις τα απαιτούμενα για τον σκοπό αυτό έγγραφα και στοιχεία εκκαθάρισης είναι πλήρως διαθέσιμα.
(2) Τα νόμιμα και συμβατικά δικαιώματα πρόσβασης στα έγγραφα, παροχής πληροφοριών και παράδοσης παραμένουν ανεπηρέαστα. Η πρόσβαση στα έγγραφα παρέχεται εντός εύλογων ωρών λειτουργίας και με τήρηση της προστασίας δεδομένων.
(3) Μετά τη λήξη της σύμβασης η Εταιρεία παραδίδει εντός εύλογης προθεσμίας τα παραδοτέα έγγραφα διαχείρισης και περιουσιακά στοιχεία στον δικαιούχο ή στον επόμενο διαχειριστή. Τα νόμιμα δικαιώματα φύλαξης και τα δικαιολογημένα δικαιώματα επίσχεσης παραμένουν ανεπηρέαστα· έναντι καταναλωτών ισχύουν τα νόμιμα όρια.
Μέρος Δ Κοινές τελικές διατάξεις
§ 20 Ευθύνη
(1) Η Εταιρεία ευθύνεται απεριόριστα για δόλο και βαριά αμέλεια, για ζημίες από προσβολή της ζωής, του σώματος ή της υγείας, σε περίπτωση δολίας αποσιώπησης, σε περίπτωση ανάληψης εγγύησης καθώς και σύμφωνα με αναγκαστικές νόμιμες διατάξεις περί ευθύνης.
(2) Σε περίπτωση παραβίασης ουσιώδους συμβατικής υποχρέωσης από ελαφρά αμέλεια, η ευθύνη περιορίζεται στην προβλέψιμη κατά τη σύναψη της σύμβασης, τυπική για τη σύμβαση ζημία. Ουσιώδεις συμβατικές υποχρεώσεις είναι οι υποχρεώσεις των οποίων η εκπλήρωση καθιστά καταρχάς δυνατή την προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης και στην τήρηση των οποίων ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί κατά κανόνα να εμπιστεύεται.
(3) Κατά τα λοιπά, η ευθύνη για ζημίες που προκλήθηκαν από ελαφρά αμέλεια αποκλείεται. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις περί ευθύνης ισχύουν αναλόγως για τα όργανα, τους εργαζομένους και τους βοηθούς εκπλήρωσης (Erfüllungsgehilfen) της Εταιρείας.
(4) Οι νόμιμες ρυθμίσεις περί βάρους απόδειξης παραμένουν ανεπηρέαστες.
§ 21 Προστασία δεδομένων
(1) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας δεδομένων. Λεπτομέρειες προκύπτουν από τη χωριστή δήλωση προστασίας δεδομένων και, εφόσον απαιτείται, από πρόσθετες πληροφορίες προστασίας δεδομένων για τους αντισυμβαλλομένους.
(2) Η διαβίβαση δεδομένων σε κυρίους ακινήτων, ενδιαφερομένους, συμβολαιογράφους, χρηματοδοτικά ιδρύματα, παρόχους υπηρεσιών, αρχές ή λοιπούς συμμετέχοντες πραγματοποιείται μόνο εφόσον υφίσταται νομική βάση και η διαβίβαση είναι αναγκαία για την προετοιμασία, την εκτέλεση ή την εκκαθάριση της εκάστοτε σύμβασης.
§ 22 Επίλυση καταναλωτικών διαφορών
(1) Η Εταιρεία δεν είναι πρόθυμη ούτε υποχρεωμένη να συμμετέχει σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών ενώπιον φορέα εξωδικαστικής επίλυσης καταναλωτικών διαφορών (Verbraucherschlichtungsstelle).
§ 23 Συμψηφισμός και επίσχεση
(1) Οι καταναλωτές μπορούν να προβαίνουν σε συμψηφισμό με απαιτήσεις μη αμφισβητούμενες, τελεσιδίκως διαγνωσμένες ή απορρέουσες από την ίδια συμβατική σχέση. Ευρύτερα νόμιμα δικαιώματα συμψηφισμού παραμένουν ανεπηρέαστα.
(2) Δικαιώματα επίσχεσης μπορούν να ασκούνται στην έκταση που προβλέπει ο νόμος. Έναντι επιχειρηματιών δικαίωμα επίσχεσης μπορεί να ασκηθεί μόνο λόγω ανταπαιτήσεων από την ίδια συμβατική σχέση, εφόσον δεν αντιτίθενται αναγκαστικές διατάξεις του νόμου.
§ 24 Εφαρμοστέο δίκαιο και δωσιδικία
(1) Εφαρμόζεται το δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Έναντι καταναλωτών η επιλογή αυτή του εφαρμοστέου δικαίου ισχύει μόνο εφόσον δεν τους στερεί την προστασία των αναγκαστικών διατάξεων του κράτους της συνήθους διαμονής τους.
(2) Εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι έμπορος (Kaufmann), νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ειδική περιουσία δημοσίου δικαίου (öffentlich-rechtliches Sondervermögen), αποκλειστικά αρμόδια δικαστήρια για διαφορές από ή σε σχέση με τη συμβατική σχέση είναι τα δικαστήρια του Βερολίνου. Το ίδιο ισχύει εάν ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει γενική δωσιδικία στη Γερμανία και η συμφωνία περί δωσιδικίας επιτρέπεται από τον νόμο.
§ 25 Τελική ρύθμιση
(1) Εάν μεμονωμένες διατάξεις των παρόντων ΓΟΣ είναι εν όλω ή εν μέρει άκυρες ή δεν αποτελούν μέρος της σύμβασης, η σύμβαση παραμένει κατά τα λοιπά ισχυρή. Τη θέση της άκυρης ή μη ενσωματωθείσας διάταξης καταλαμβάνουν οι διατάξεις του νόμου.
(2) Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις των παρόντων ΓΟΣ καθίστανται μέρος της σύμβασης μόνο εφόσον ενσωματωθούν εγκύρως στην εκάστοτε σύμβαση. Δεν υφίσταται μονομερές δικαίωμα τροποποίησης της Εταιρείας.
Οι πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα υπαναχώρησης για καταναλωτές, μαζί με το υπόδειγμα εντύπου υπαναχώρησης, βρίσκονται σε ξεχωριστή σελίδα: Δικαίωμα υπαναχώρησης